«Στο τέλος θα θυμόμαστε, όχι τα λόγια των εχθρών μας, αλλά, την σιωπή των φίλων μας»

“Το ανάλογο αξίωμα της κοινωνικής μηχανικής είναι: Αν κάτι δεν έχει αναφερθεί, δεν συνέβη ποτέ”
"Σε Έναν Κόσμο Προπαγάνδας, Η Αλήθεια Είναι Πάντα Μια Συνωμοσία"
"Το Ποιο Επικίνδυνο Από Όλα Τα Ηθικά Διλήμματα Είναι Όταν, Είμαστε Υποχρεωμένοι Να Κρύβουμε Την Αλήθεια Για Να Βοηθήσουμε Την Αλήθεια Να Νικήσει"

Πολιτική εθνικής ασφάλειας, ενεργειακή πολιτική και νομισματική πολιτική: η συγχώνευση των τριών πεδίων

Η λειτουργία του αμερικανικού δολαρίου ως παγκοσμίου αποθεματικού νομίσματος είναι άρρηκτα εξαρτημένη από το γεγονός ότι η συντριπτική πλειοψηφία των διεθνών αγοραπωλησιών ενέργειας, ιδίως πετρελαίου, αποτιμάται σε δολάρια, καθώς και από το γεγονός ότι μεγάλο μέρος των δολλαρίων που εισπράττουν οι χώρες που εξάγουν ενέργεια τα επενδύουν σε αμερικανικά ομόλογα είτε τα ξοδεύουν σε αμερικανικά οπλικά συστήματα, σε αμερικανική τεχνολογία και σε αμερικανικά καταναλωτικά προϊόντα. 

Έτσι, δημιουργείται ένας τεράστιος τζίρος δολαρίων και θεμελιώνεται η πίστη στο δολάριο, που είναι ουσιαστικά πετροδολάριο, εφόσον βάση του είναι ο μαύρος χρυσός.

Γι’ αυτό, στο πλαίσιο του συστήματος του πετροδολαρίου, συγχωνεύονται μεταξύ τους η πολιτική εθνικής ασφάλειας, η ενεργειακή πολιτική και η νομισματική πολιτική.Στις 31 Αυγούστου 2005, η ειδησεογραφική ιστοσελίδα www.boston.coμ δημοσίευσε δήλωση του τότε αμερικανού προέδρου Τζορτζ Μπους του νεότερου (George Walker Bush), σύμφωνα με την οποία ο πόλεμος στο Ιράκ αποσκοπούσε στο να προστατεύσει τα τεράστια πετρελαϊκά κοιτάσματα της χώρας.

Στις 2 Μαΐου 2008, η ειδησεογραφική ιστοσελίδα http://firstread.nbcnews.com δημοσίευσε δήλωση του γερουσιαστή Τζον Μακέιν (John McCain), υποψηφίου τότε των Ρεπουμπλικανών για την προεδρία των ΗΠΑ, σύμφωνα με την οποία ο πόλεμος στο Ιράκ έγινε επειδή οι ΗΠΑ είναι εξαρτημένες από τα πετρελαϊκά κοιτάσματα της Μέσης Ανατολής.


Στις 16 Φεβρουαρίου 2004, στην ηλεκτρονική έκδοση του έγκυρου εβδομαδιαίου περιοδικού The New Yorker, δημοσιεύθηκε απόρρητο έγγραφο συντεταγμένο από το Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας των ΗΠΑ, με ημερομηνία 3 Φεβρουαρίου 2001, το οποίο έδιδε οδηγίες προς τα στελέχη του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας των ΗΠΑ να συνεργαστούν με την Ομάδα Εργασίας για την Ενέργεια (Energy Task Force)–την οποία δημιούργησε ο 46ος αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Ντικ Τσένεϊ (Dick Cheney)– καθώς, σύμφωνα με τον συντάκτη αυτού του εγγράφου,έπρεπε να συγχωνευθούν αυτά τα δύο πεδία μελέτης και πολιτικής (εθνική ασφάλεια και ενέργεια). 

Ειδικότερα, στο προαναφερθέν έγγραφο, επισημαίνεται η ανάγκη συγχώνευσης «της επισκόπησης των επιχειρησιακών πολιτικών απέναντι σε κακοποιά κράτη (rogue states)», όπως το Ιράκ, με «πράξεις που αφορούν στην κατάληψη νέων και υπαρχόντων κοιτασμάτων πετρελαίου και φυσικού αερίου».

Επίσης, στο προαναφερθέν άρθρο του περιοδικού The New Yorker, δημοσιεύεται σχετική δήλωση του Μαρκ Μέντις (MarkMedish), ο οποίος διετέλεσε ανώτερος διευθυντής επί ρωσικών, ουκρανικών και ευρασιατικών υποθέσεων στο Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας των ΗΠΑ κατά τη διάρκεια της προεδρίας του Μπιλ Κλίντον (Bill Clinton).

Σύμφωνα με τον Μέντις, η Ομάδα Εργασίας γιατην Ενέργεια, την οποία δημιούργησε ο Τσένεϊ,συζητά «γεωστρατηγικά σχέδια για το πετρέλαιο» και «θέτει το ζήτημα του πολέμου μέσα στο πλαίσιο των επικεφαλής της πετρελαϊκής βιομηχανίας που κάθονται μαζί με τον Τσένεϊ και διαμορφώνουν μεγάλα,παγκόσμια σχέδια».

Στις 14 Ιανουαρίου 2004, στην ιστοσελίδα του CNN, http://edition.cnn.com, δημοσιεύθηκε δήλωση του πρώην υπουργού Οικονομικών των ΗΠΑ, Πολ Ο’ Νιλ (Paul O’Neill), σύμφωνα με την οποία η κυβέρνηση Μπους άρχισε να σχεδιάζει την αμερικανική εισβολή στο Ιράκ λίγες ημέρες μετά την εγκατάσταση του Μπους στον Λευκό Οίκο, δηλαδή πολύ πριν την 11η Σεπτεμβρίου 2001.

Ο λόγος ήταν η στρατηγική των ΗΠΑ στο πεδίο της ενέργειας (πετρέλαιο και φυσικό αέριο).

Στις 21 Μαρτίου 2012, στην ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας Huffington Post, ο Τζον Ντάλι (John C.K. Daly), επικεφαλής αναλυτής της «Oilprice.com», δημοσίευσε ένα άρθρο του στο οποίο επισημαίνει ότι ο αγωγός φυσικού αερίου «TAPI», που διασχίζει Τουρκμενιστάν, Αφγανιστάν, Πακιστάν και Ινδία, «έχει μακρά περιφερειακή ιστορία, καθώς προτάθηκε για πρώτη φορά ακόμη και πριν την κατάληψη της Καμπούλ από τους Ταλιμπάν, δεδομένου ότι, το 1995, το Τουρκμενιστάν και το Πακιστάν υπέγραψαν μνημόνιο κατανόησης.

Ο TAPI, με δυνατότητα μεταφοράς 33 δισεκατομμυρίων κυβικών μέτρων τουρκμενικού φυσικού αερίου ετησίως, σχεδιάστηκε να ξεκινά από το κοίτασμα φυσικού αερίου Νταουλεταμπάντ του Τουρκμενιστάν, να διασχίζει το Αφγανιστάν και το Πακιστάν και να καταλήγει στην πόλη Φαζίλκα της βορειοδυτικής Ινδίας.

Ο TAPI θα απαιτούσε την έγκριση των Ταλιμπάν, και δύο χρόνια μετά την υπογραφή του μνημονίου κατανόησης, η κοινοπραξία Central Asia Gas Pipeline Ltd, στην οποία ηγούνταν η αμερικανική Unocal, μετέφερε αεροπορικώς μια αντιπροσωπεία των Ταλιμπάν στην έδρα της Unocal στο Χιούστον, όπου οι Ταλιμπάν υπέγραψαν το σχέδιο». 


Εκτενές ρεπορτάζ για την επίσκεψη αντιπροσωπείας των Ταλιμπάν στην έδρα της Unocal στο Χιούστον του Τέξας, για να συζητήσουν για τον αγωγό φυσικού αερίου TAPI, δημοσίευσε το
BBC, στην ιστοσελίδα του,στις 4 Δεκεμβρίου 1997.

Εταιρείες ενέργειας των ΗΠΑ, όπως η Unocal και η Enron, με πλήρη κυβερνητική στήριξη,συνέχισαν να υποστηρίζουν τους Ταλιμπάν μέχριτο 2001, με σκοπό την προώθηση του σχεδίου κατασκευής του αγωγού TAPI.

Το 2001, στο Παρίσι, κυκλοφόρησε το βιβλίο Μπιν Λάντεν: Η Απαγορευμένη Αλήθεια (Bin Laden: la verite interdite) των Ζαν-Σαρλ Μπρισάρντ (Jean-Charles Brisard) και Γκιγιόμ Ντασκί (GuillaumeDasquie), οι οποίοι είναι ειδικοί σε θέματα υπηρεσιών πληροφοριών. Σε αυτό το βιβλίο,διαβάζουμε τα εξής: μέχρι τον Αύγουστο του 2001, η κυβέρνηση των ΗΠΑ έβλεπε το καθεστώς των Ταλιμπάν «ως μια πηγή σταθερότητας στην Κεντρική Ασία το οποίο θα υποβοηθούσε την κατασκευή ενός πετρελαϊκού αγωγού κατά μήκος της Κεντρικής Ασίας», από τα πλούσια κοιτάσματα του Τουρκμενιστάν, του Ουζμπεκιστάν και του Καζακστάν, διά μέσου του Αφγανιστάν και του Πακιστάν, προς τον Ινδικό Ωκεανό.

Μέχρι τώρα, γράφει το βιβλίο,«τα κοιτάσματα πετρελαίου και φυσικού αερίου της Κεντρικής Ασίας ελέγχονταν από τη Ρωσία. Η κυβέρνηση Μπους θέλησε να τα αλλάξει όλα αυτά».

Στις 14 Μαΐου 2009, στην ειδησεογραφική ιστοσελίδα http://www.atimes.com, ο Πέπε Εσκομπάρ (Pepe Escobar) έγραψε ότι, υπό την κυβέρνηση του Τζορτζ Μπους του νεότερου, η Unocal, τον Ιανουαρίου του 2001, άρχισε πάλι να προσεγγίζει τους Ταλιμπάν, με τη στήριξη κυβερνητικών αξιωματούχων, μεταξύ των οποίων και ο υφυπουργός Εξωτερικών, Ρίτσαρντ Άρμιτατζ (Richard Armitage), ο οποίος προηγουμένως ήταν λομπίστας της Unocal.

Τελικά, όπως επισημαίνει στο ίδιο άρθρο του ο Εσκομπάρ, οι διαπραγματεύσεις ΗΠΑ-Ταλιμπάν κατέρρευσαν διότι οι Ταλιμπάν απαίτησαν υψηλότερα τέλη διέλευσης από εκείνα που ήταν διατεθειμένοι να πληρώσουν οι Αμερικανοί.Αμέσως μετά τη σύνοδο κορυφής της Ομάδας των Οκτώ (Group of Eight), στη Γένοβα, τον Ιούλιο του 2001, Δυτικοί διπλωμάτες επεσήμαναν ότι η κυβέρνηση Μπους είχε αποφασίσει να έχει διώξει τους Ταλιμπάν από την εξουσία στο Αφγανιστάν πριν το τέλος του χρόνου (2001).

Η τρομοκρατική επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου επιτάχυνε αυτό το σχέδιο.

Σε μικρό χρονικό διάστημα μετά την εκκίνηση του πολέμου στο Αφγανιστάν, ο Χαμίντ Καρζάι (Hamid Karzai) έγινε ο νέος πρόεδρος του Αφγανιστάν, με τη βοήθεια του Ζαλμάι Καλιλζάντ (Zalmay Khalilzad), ο οποίος ήταν ένας νεοσυντηρητικός συνεργάτης του Μπους και σύμβουλος τηςUnocal.

Έναν χρόνο μετά,τον Δεκέμβριο του 2002, στο Ασγκαμπάτ, πρωτεύουσα του Τουρκμενιστάν, υπεγράφη η συμφωνία κατασκευής του διαφγανικού αγωγού TAPI, ο οποίος ξεκινά από το Τουρκμενιστάν και, διά μέσου του Αφγανιστάν, καταλήγει στο Πακιστάν. Επίσης, ο Αφγανός πρόεδρος Καρζάι,μετά την υπογραφή της εν λόγω συμφωνίας,δήλωσε ότι θα ήταν καλοδεχούμενο και το Νέο Δελχί σε αυτό το σχέδιο.

Το μεγαλύτερο γεωοικονομικό παίγνιο που εκτυλίσσεται από τη δεκαετία του 2000 και μετά στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή αφορά στον ανταγωνισμό μεταξύ των ΗΠΑ και της Ρωσίας για το ποια από τις δύο αυτές χώρες θα αποκτήσει τον κυρίαρχο ρόλο στον έλεγχο των πηγών πετρελαίου και φυσικού αερίου στην Ευρασία. 


Η Ρωσία και οι ΗΠΑ ανταγωνίζονται μεταξύ τους σε αυτήν την περιοχή από την εποχή της διάλυσης της πρώην Σοβιετικής Ένωσης.

Η Ρωσία έχει επιδείξει ιδιαίτερες ικανότητες στο να περιορίσει την σαουδαραβική κυβέρνηση είναι δυσαρεστημένη από τις θετικές εξελίξεις που συνέβησαν το 2014 στο πεδίο των σχέσεων του Ιράν με τη Νοτιοδυτική Ασία.

Ειδικότερα, το 2014, το Ριάντ παρακολουθεί με ανησυχία για τα συμφέροντά του την πρόοδο που έχει συντελεστεί στις σχέσεις μεταξύ των ΗΠΑ και του Ιράν, την αντιμετώπιση του ISIS στο Ιράκ με τη συμβολή της Ιρανικής Επαναστατικής Φρουράς, η οποία παίζει αποφασιστικό ρόλο στην καταπολέμηση του ISIS, καθώς και την κατάρρευση της πολιτικής της Σαουδικής Αραβίας, του Κατάρ και των ΗΠΑ στη Συρία, όπου έγινε προσπάθεια από τη Σαουδική Αραβία, το Κατάρ και την ελεγχόμενη από την ARAMCO Ουάσινγκτον να ανατραπεί το καθεστώς Άσαντ μέσω τζιχαντιστών τρομοκρατών.

Παράλληλα, το 2014, το Ριάντ παρακολουθεί,χωρίς να μπορεί να αντιδράσει, την Υεμένη να απομακρύνεται από τη δική του σφαίρα επιρροής. Η προσπάθεια του Ριάντ να υπονομεύσει και να χειραγωγήσει την επανάσταση του 2011 στην Υεμένη μέσω της δημιουργίας μιας κυβέρνησης αντιπάλων φυλών υπό τον πρώην δικτάτορα Αλί Αμπντουλάχ Σαλίχ έχει αποτύχει. Στην Υεμένη, οι Σιίτες αντάρτες Ζαΐντι , υπό τον Αμπντουλ μαλίκ Αλ Χούθι,ορκισμένοι εχθροί των Σαούντ, του ουαχαμπιστικού ιερατείου και της Αλ Κάιντα, επέλασαν από τις ορεινές βάσεις τους στην πρωτεύουσα Σανάα και συνέβαλαν στη συγκρότηση μιας νέας κυβέρνησης συνεργασίας, εκκαθαρίζοντας παράλληλα τις νότιες περιοχές της Υεμένης από θύλακες της Αλ Κάιντα, που υποστηρίζονται από μέλη του σαουδαραβικού κατεστημένου.

Μια ακόμη πηγή δυσαρέσκειας για το Ριάντ είναι το γεγονός ότι στις 9 και 10 Νοεμβρίου 2014, συναντήθηκαν ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Τζον Κέρι, με τον Ιρανό ομόλογό του, Μοχαμάντ Γιαβάντ Ζαρίφ, προκειμένου να συζητήσουν σχετικά με τον τελικό κύκλο διαπραγματεύσεων μεταξύ του Ιράν και των P5+1, που έχει καταληκτική ημερομηνία τις 24 Νοεμβρίου 2014.

Η συνάντηση του Κέρι με τον Ζαρίφ έγινε στο Ομάν, μια ακόμη χώρα που απομακρύνεται από τη σαουδαραβική σφαίρα επιρροής. Το Ομάν έχει προκαλέσει δυσαρέσκεια στη Σαουδική Αραβία με την πολιτική της στο πλαίσιο του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου και ο σουλτάνος του Ομάν, Καμπούς,έχει δημιουργήσει φιλικούς δεσμούς με τον ύπατο ηγέτη του Ιράν, Αγιατολάχ Χαμενεΐ.

Το Ριάντ και γενικότερα ο άξονας ARAMCO υπονομεύουν την εξομάλυνση των σχέσεων ΗΠΑ-Ιράν.

Την τελευταία φορά που συντελέστηκε πρόοδος στις σχέσεις ΗΠΑ-Ιράν, τον Σεπτέμβριο του 2013, οδηγώντας σε άμεσες συζητήσεις μεταξύ των δύο χωρών και σε χαλάρωση κάποιων κυρώσεων των ΗΠΑ σε βάρος του Ιράν, η Σαουδική Αραβία απέσυρε,διαμαρτυρόμενη, τη συμμετοχή της από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, επέκρινε τη διεθνή κοινότητα επειδή δεν βομβάρδισε τη Συρία του Άσαντ και απείλησε να εφαρμόσει μονομερή πολιτική στη Συρία σε βάρος του καθεστώτος Άσαντ.

Επίσης, η «μονομερής πολιτική» της Σαουδικής Αραβίας εκφράστηκε και μέσω της υποστήριξης παραγόντων του σαουδαραβικού κατεστημένου προς τις δυνάμεις του ISIS στο Ιράκ και τη Συρία.

Επίσης, στις 3 Νοεμβρίου 2014, μεταμφιεσμένοι ένοπλοι τρομοκράτες σκότωσαν πέντε ανθρώπους στις σιιτικές περιοχές της ανατολικής Σαουδικής Αραβίας, δρώντας με τρόπο που φέρει τη σφραγίδα της Αλ Κάιντα και του ISIS, ενώ ένας ακτιβιστής υπέρ των δικαιωμάτων της σιιτικής μειονότητας στη Σαουδική Αραβία, ο σεΐχης Νιμρ Μπακίρ αλ-Νιμρ, έχει καταδικαστεί σεθάνατο.

Συγγραφέας: Δρ Νικόλαος Λάος


http://dia-kosmos.blogspot.gr/

Comments