«Στο τέλος θα θυμόμαστε, όχι τα λόγια των εχθρών μας, αλλά, την σιωπή των φίλων μας»

“Το ανάλογο αξίωμα της κοινωνικής μηχανικής είναι: Αν κάτι δεν έχει αναφερθεί, δεν συνέβη ποτέ”
"Σε Έναν Κόσμο Προπαγάνδας, Η Αλήθεια Είναι Πάντα Μια Συνωμοσία"
"Το Ποιο Επικίνδυνο Από Όλα Τα Ηθικά Διλήμματα Είναι Όταν, Είμαστε Υποχρεωμένοι Να Κρύβουμε Την Αλήθεια Για Να Βοηθήσουμε Την Αλήθεια Να Νικήσει"

Πρόβες Πολέμου

Βιβλιοκριτική: Πρόβες Πολέμου

Αυτή τη φορά η βιβλιοκριτική δεν αφορά κάποιο πολυσέλιδο θεωρητικό βιβλίο, αλλά ένα βιβλιαράκι που διαβάζεται σε ένα απόγευμα: τις «Πρόβες Πολέμου» του Διονύση Χαριτόπουλου.

Ο Χαριτόπουλος ανήκει στο σπάνιο εκείνο είδος σύγχρονων Ελλήνων συγγραφέων, που δε θεωρούν υποχρέωσή τους να δώσουν διαπιστευτήρια «προοδευτικότητας» αποδομώντας την ελληνική εθνική αυτοσυνειδησία. Συνειδητός ψηφοφόρος του ΚΚΕ, βιογράφος του Άρη Βελουχιώτη και σκληρός κριτής της «συνασπισμίτικης» Αριστεράς, συνδυάζει αυτές τις πεποιθήσεις με έναν πηγαίο πατριωτισμό, που στην πραγματικότητα είναι κτήμα όλων των Ελλήνων ανεξαρτήτως πολιτικής τοποθέτησης, εκτός λίγων εθνομηδενιστών που «δεν ξέρουν πού πατούν και πού πηγαίνουν»…
«Νιώθω απολύτως Έλληνας και το υπερασπίζομαι με πάθος αυτό. Πιστεύω ότι το τελευταίο καταφύγιο των αδυνάτων και φτωχών είναι η πατρίδα τους. Για μένα η πατρίδα είναι η πανάρχαια γειτονιά μας στον κόσμο. Δεν θεωρώ ότι είμαστε οι καλύτεροι ή οι χειρότεροι από τους άλλους, αλλά δεν αντέχω οποιαδήποτε σκέψη εναντίον της πατρίδας μου».
Οι παλιότεροι αναγνώστες του Χαριτόπουλου θυμούνται ίσως ένα υμνητικό του άρθρο για τις Ειδικές Δυνάμεις («Κάποιος για τα δύσκολα») και την πίκρα της εμπειρίας του ως επιστράτου στην κρίση του Κυπριακού το 1974, όπως αποτυπώθηκε στο βιβλίο «525 Τάγμα Πεζικού«. Στις «Πρόβες Πολέμου» ο Χαριτόπουλος αποτυπώνει την εμπειρία μιας άλλης ελληνοτουρκικής κρίσης: της κρίσης του Νοεμβρίου 1967, την οποία βίωσε στον Έβρο ως ΔΕΑ Πεζικού.

Εκτός από τις «μάχιμες» περιγραφές, το βασικό περιεχόμενο του βιβλίου είναι η περιγραφή της ζωής ενός εικοσάχρονου δόκιμου στον Έβρο του 1967, μεταξύ Ορεστιάδας και Αλεξανδρούπολης: εργένικη ζωή, γυναίκες, μεθύσια, και διαχρονικά περιστατικά της στρατιωτικής ζωής, που θα κάνουν πολλούς αναγνώστες να χαμογελάσουν. Επιπλέον, η αγάπη που μπορεί να νιώσει για τον Έβρο όποιος πέρασε από εκεί:

«Τον Έβρο τον ερωτεύεσαι.
Μπορεί τα φαντάρια να σιχτιρίζουν που είναι μακριά από το σπίτι τους, αλλά δεν υπάρχει τέτοιος τόπος. Ανατολή. Σε φρενάρει να ξαναδείς τη ζωή. Αργή, ήρεμη, νωχελική. Σαν τα βουβάλια που σέρνουν τα κάρα.
Η ομορφιά δεν φαίνεται. Πρέπει να την ανακαλύψεις.»

Η έκβαση της ελληνοτουρκικής κρίσης του Νοεμβρίου 1967 ήταν η χειρότερη δυνατή για την Ελλάδα: απόσυρση της ελληνικής μεραρχίας από την Κύπρο, δηλαδή ήττα χωρίς πόλεμο. Η πικρία που περιγράφεται στο βιβλίο, ίδια με αυτή του 1974 και των Ιμίων. Και ακόμη μεγαλύτερη η πικρία, ότι ένα μήνα αργότερα, με το βασιλικό αντιπραξικόπημα κατά της δικτατορίας, κοντέψαμε να (ξανα)σκοτωθούμε οι Έλληνες μεταξύ μας…

Όπως και στο «525 Τάγμα Πεζικού», ο Χαριτόπουλος γράφει απομυθοποιητικά, και δεν επιδιώκει να μεταδώσει αίσθηση «μαχιμότητας». Η «μαχιμότητα» όμως ξεπηδάει τελικά μέσα από τις γραμμές του βιβλίου, και είναι το ίδιο πνεύμα που έφερε και το 1996 περισσότερους επίστρατους από όσους είχαν κληθεί:

«Πρέπει να το σημειώσω.
Έχουν αλλάξει. Όχι οι μόνιμοι αξιωματικοί. Αυτοί και τις καλές μέρες είναι σοβαροί. Προσηλωμένοι. Οι έφεδροι αξιωματικοί άλλαξαν. Προσεκτικοί. Υπεύθυνοι.
Και οι στρατιώτες.
Όλοι πρόθυμοι. Να βοηθήσουν. Τίποτα πια δεν θεωρούν αγγαρεία. Δεν γκρινιάζουν. Όλα πρέπει να γίνουν. Και να πλύνουν στο χιόνι τα καζάνια του μαγειρείου.
Παρατηρώ τα παιδιά γύρω μου.
Ούτε ένα δε δείχνει φόβο. Ούτε ένα. Φέγγουν αλλιώς τα πρόσωπά τους. «

Τι είναι άραγε αυτό που φέρνει τους Έλληνες, δεξιούς και αριστερούς, «ρεμάλια» και οικογενειάρχες, να ανταποκρίνονται κάθε φορά με ενθουσιασμό στο κάλεσμα της πατρίδας, έστω κι αν αυτή τους απογοητεύει; Ιδού η απάντηση του Χαριτόπουλου:

«Σιγή νεκρική.
Το χιόνι έχει μονώσει τους ήχους. Πότε πότε το ψιθύρισμα των φαντάρων μπροστά μας. Οι κινήσεις όταν αλλάζουν θέση. Να ξεμουδιάσουν. Ο ταξίαρχος κοιτάζει πέρα από το ποτάμι. Σαν κάτι να προσπαθεί να διακρίνει.Επιμένει να ηγηθεί ο ίδιος της αντεπίθεσης. Με το πρώτο τμήμα. Δεν σηκώνει κουβέντα.
Με ρωτάει ήρεμα:
– Είσαι έτοιμος, δόκιμε;
– Μάλιστα, κύριε ταξίαρχε.
[…]
Τι γυρεύω εγώ εδώ;
Κανείς δεν με ρώτησε αν θέλω να έρθω στο στρατό. Να καταταγώ στο Πεζικό ή στο Πυροβολικό. Να γίνω ναύτης ή αεροπόρος. Κανείς δεν με ρώτησε αν ήθελα να γίνω δόκιμος. Να περάσω την κόλαση της ΣΕΑΠ. Τον γολγοθά της Ρεντίνας. Να έρθω στον Έβρο. Να πεθάνω στην όχθη του.
Σκέφτομαι κάτι μπούληδες που κάνουν τον άρρωστο. Για να βγουν ανίκανοι προς στράτευση. Και κάτι νούμερα που το παίζουν παλαβοί. Απαλλάσσονται κι αυτοί. Σπιτάκι τους.
Παλικαράκια, όσο αξίζει η ζωούλα σας αξίζει και η δική μου.
Αλλά τώρα δεν θα ήθελα να είμαι πουθενά αλλού.»

http://e-amyna.com

http://dia-kosmos.blogspot.gr/