Χαβιέ Σολάνα
Μπορεί με ασφάλεια κανείς να πει πως η πιο αναμενόμενη γεωστρατηγική εξέλιξη των δύο τελευταίων δεκαετιών υπήρξε η άνοδος της Κίνας. Ωστόσο, η Δύση απέτυχε να παραχωρήσει στην Κίνα – για να μη μιλήσουμε για τις υπόλοιπες μεγάλες αναδυόμενες οικονομίες – το βαθμό επιρροής στις σημερινές παγκόσμιες δομές διακυβέρνησης που της αξίζει. Αυτό ενδέχεται να αλλάξει στο εγγύς μέλλον.
Όπως έχουν τα πράγματα, η Κίνα βασίζεται σε διμερείς συμφωνίες προκειμένου να βαθύνει τη συμμετοχή της σε χώρες κατά μήκος και πλάτος της Ασίας, της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής. Με την κάλυψη που της παρέχουν 3,8 τρισεκατομμύρια δολάρια των συναλλαγματικών αποθεμάτων της, η Κίνα έχει παράσχει επενδύσεις σε υποδομές, με αντάλλαγμα εμπορεύματα, αποτελώντας κατ΄ αυτό τον τρόπο το μεγαλύτερο πάροχο χρηματοδότησης στον κόσμο για τις αναπτυσσόμενες χώρες, με την Τράπεζα Ανάπτυξης της Κίνας να προσφέρει ήδη περισσότερα δάνεια από την Παγκόσμια Τράπεζα.
Ωστόσο, δεδομένου πως αυτοί οι διμερείς διακανονισμοί συνάπτονται από κρατικές εταιρείες, πολλές φορές δεν τηρούν τις διεθνείς βέλτιστες πρακτικές. Ως εκ τούτου, η Δύση έχει καλέσει την Κίνα να κινηθεί προς τις πολυμερείς διαδικασίες που πληρούν τα διεθνή πρότυπα, κάνοντας παράλληλα περισσότερα για την παροχή παγκόσμιων δημόσιων αγαθών. Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα έχει φτάσει στο σημείο να αποκαλέσει την Κίνα «free rider» (σ.μτφ. ο όρος έχει αποδοθεί ως «παράσιτο», «λαθρεπιβάτης» ή, πιο κυριολεκτικά, «ελεύθερος καβαλάρης») λόγω της αποτυχίας της να ανταποκριθεί στις ευθύνες που πολλοί θα περίμεναν από μία παγκόσμια δύναμη.
Ωστόσο, αν οι πρόσφατες πρωτοβουλίες εξωτερικής πολιτικής του Κινέζου προέδρου Σι Τζινπίνγκ αποτελούν μια κάποια ένδειξη, η αλλαγή ενδέχεται να είναι προ των πυλών. Τον περασμένο Ιούλιο, η Κίνα ηγήθηκε της ίδρυσης της Νέας Αναπτυξιακής Τράπεζας από τις πέντε χώρες BRICS (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα και Νότια Αφρική) και συνεισέφερε σημαντικά στο αρχικό της κεφάλαιο ύψους 100 δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Ομοίως, κατά την τελευταία σύνοδο της Οικονομικής Συνεργασίας Ασίας-Ειρηνικού (Asia-Pacific Economic Cooperation) στο Πεκίνο, η Κίνα πρωτοστάτησε στη δημιουργία της Ασιατικής Τράπεζας Επενδύσεων Υποδομών (AIIB). Κι έχει ιδρύσει ένα Ταμείο του Δρόμου του Μεταξιού, 40 δισεκατομμυρίων δολαρίων, προκειμένου να υποστηρίξει τις φιλοδοξίες της περί επαναδημιουργίας των αρχαίων χερσαίων και θαλάσσιων διαδρομών που συνέδεαν την Ασία με την Ευρώπη.
Κατά την εφαρμογή της στρατηγικής «Μία Ζώνη, Μία Οδός», όπως αποκαλείται (σ.μτφ. «One Belt, One Road», όπου «Ζώνη» η χερσαία Οικονομική Ζώνη του Δρόμου του Μεταξιού – SREB: Silk Road Economic Belt – και «Οδός» η Θαλάσσια Οδός του Μεταξιού –MSR: Maritime Silk Road), η Κίνα πρόκειται να επιδιώξει επενδύσεις που θα επηρεάσουν περίπου 60 χώρες – μεταξύ άλλων στην Κεντρική Ασία, όπου το χαρτοφυλάκιό της περιλαμβάνει ήδη έργα αξίας άνω των 50 δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Η θαλάσσια διαδρομή θα περιλαμβάνει τον Ινδικό Ωκεανό, τη Νότια Σινική Θάλασσα, και τη Μεσόγειο. Μαζί, θα σχηματίσουν όχι απλά μία οδό, αλλά ένα δίκτυο που θα διευκολύνει τη μεταφοράς αγαθών και ιδεών κατά μήκος και πλάτος της Ευρασίας.Ο ρόλος της Ευρώπης σε αυτήν την πρωτοβουλία αναδύεται ήδη με το ελληνικό λιμάνι του Πειραιά, το οποίο διαχειρίζεται εν μέρει η κινεζική κρατική ναυτική εταιρία COSCO, και το οποίο προορίζεται να αποτελέσει μία από τις στάσεις της θαλάσσιας διαδρομής. Το λιμάνι του Πειραιά θα συνδεθεί με την υπόλοιπη Ευρώπη μέσω υποδομών στα Βαλκάνια και την Ουγγαρία που θα χρηματοδοτηθούν από την Κίνα, εδραιώνοντας τη θέση της ως κύριου εμπορικού εταίρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η πρωτοβουλία για το Νέο Δρόμο του Μεταξιού επιβεβαιώνει την επιθυμία της Κίνας να καθιερωθεί ως μία ευρασιατική δύναμη. Όχι μόνο θα συνδέσει τα δυναμικά οικονομικά κέντρα της Ανατολικής Ασίας και της Δυτικής Ευρώπης· θα παράσχει επίσης πρόσβαση στις χώρες της Κεντρικής Ασίας, όπου η επιρροή της Ρωσίας εξασθενεί. Θα μπορούσε επίσης να βοηθήσει στη χαλάρωση των εδαφικών εντάσεων μεταξύ της Κίνας και των άμεσων γειτόνων της.
Μέχρι στιγμής, οι προσπάθειες της Κίνας να αυξήσει την επιρροή της μοιάζουν να αποδίδουν – και όχι μόνο στον αναπτυσσόμενο κόσμο. Η Μεγάλη Βρετανία ανακοίνωσε πρόσφατα την πρόθεσή της να λειτουργήσει ως ιδρυτικό μέλος της AIIB, γεγονός που προκάλεσε ένα κύμα αιτήσεων από χώρες όπως η Αυστραλία, η Βραζιλία, η Γαλλία, η Γερμανία, η Κορέα, η Ρωσία, η Τουρκία και η Ισπανία.
Στις ΗΠΑ, όμως, αυτές οι εξελίξεις θεωρούνται γεωπολιτικές οπισθοδρομήσεις. Η ερμηνεία αυτή είναι εκ θεμελίων εσφαλμένη. Στο κάτω-κάτω, η απόφαση της Κίνας να παρακάμψει τα κύρια διεθνή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, τα οποία δημιουργήθηκαν μετά το τέλος του Β “Παγκοσμίου Πολέμου, έχει υποκινηθεί από την άρνηση των αναπτυγμένων χωρών που ηγήθηκαν αυτών να της δώσουν ένα ρόλο ανάλογο της οικονομικής της δύναμης.
Στην Ασιατική Τράπεζα Ανάπτυξης, για παράδειγμα, η Ιαπωνία και οι ΗΠΑ αξιώνουν η καθεμιά ένα 13% περίπου των ψήφων, σε σύγκριση με ποσοστό μικρότερο του 6% για την Κίνα, και ο πρόεδρος είναι πάντα Ιάπωνας. Μια παρόμοια κατάσταση επικρατεί και στην Παγκόσμια Τράπεζα, όπου επικεφαλής είναι πάντα ένας Αμερικανός, καθώς και στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, όπου ο διευθυντής είναι πάντα Ευρωπαίος. Αν και οι χώρες της G-20 συμφώνησαν το 2010 να αυξήσουν την ποσόστωση της Κίνας στο ΔΝΤ από 3,65% σε 6,19% – ένα μικρό βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση – το Κογκρέσο των ΗΠΑ έχει αρνηθεί να επικυρώσει τη συμφωνία, παρεμποδίζοντας την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων.
Είναι γεγονός ότι οι νέες πρωτοβουλίες της Κίνας δεν είναι ρεβιζιονιστικές, αλλά αντιδραστικές. Αν οι νέες εξουσίες δεν αποκτήσουν πρόσβαση στις υπάρχουσες παγκόσμιες δομές διακυβέρνησης, θα δημιουργήσουν δικές τους δομές. Αυτό σημαίνει πως οι προηγμένες χώρες έχουν τη δύναμη να αποφύγουν τον κατακερματισμό της παγκόσμιας τάξης σε ιδεολογικά και οικονομικά μπλοκ – αλλά μόνο αν μπορούν να ξεπεράσουν τη στρατηγική τους δυσπιστία απέναντι στην Κίνα.
Υπ΄ αυτή την έννοια, η συμμετοχή περισσότερων ευρωπαϊκών χωρών στην AIIB είναι μια θετική εξέλιξη, καθώς βοηθά να διασφαλιστεί πως η νέα τράπεζα θα συμπληρώνει, και δεν θα αντιμάχεται, τα υπάρχοντα όργανα. (Η αλήθεια είναι πως η επίδραση της Ευρώπης θα ήταν ακόμα μεγαλύτερη αν εκπροσωπούνταν στην AIIB η ΕΕ, και όχι μεμονωμένα μέλη, όπως συμβαίνει στη G-20 και στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου).
Η Δύση θα πρέπει ωστόσο να κάνει ακόμα περισσότερα, προκειμένου όχι μόνο να υποδεχθεί την Κίνα στο τραπέζι της παγκόσμιας διακυβέρνησης, αλλά και να αποδεχτεί και να συνεργαστεί με τους θεσμούς που δημιουργούν σήμερα οι Κινέζοι. Μόνο με μια ανοικτή στάση μπορούν οι Δυτικοί ηγέτες να διασφαλίσουν πως τα ιδρύματα των οποίων ηγείται η Κίνα θα υιοθετήσουν τις βέλτιστες πρακτικές πολυμέρειας και λογοδοσίας, και πως θα τηρούν τα διεθνή εργασιακά και περιβαλλοντικά πρότυπα.
Τώρα είναι η ιδανική στιγμή για να ξεκινήσει αυτή τη διαδικασία. Αν η ΕΕ, οι ΗΠΑ, και η Κίνα αφιερώσουν αυτήν τη χρονιά στην επίτευξη σύγκλισης προθέσεών, βάσει των κοινών συμφερόντων τους, θα είναι έτοιμες να αξιοποιήσουν στο μέγιστο τη σύνοδο των G-20 στην Κίνα το 2016.
Η κίνηση της Κίνας προς τις πολυμερείς διαδικασίες αποτελεί καλή είδηση για τον κόσμο. Η Ευρώπη – και ιδίως οι ΗΠΑ – πρέπει να ξεπεράσουν τη στρατηγική τους δυσπιστία απέναντι στην Κίνα. Δεν πρέπει να σπαταλήσουν την ευκαιρία να συμμετάσχουν σε αυτές τις διαδικασίες και να τις διαμορφώσουν, ώστε τα οφέλη να κατανεμηθούν όσο το δυνατόν ευρύτερα.
* Ο Χαβιέ Σολάνα υπήρξε κατά το παρελθόν Ύπατος Εκπρόσωπος της ΕΕ για Θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας, Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ, και υπουργός Εξωτερικών της Ισπανίας. Σήμερα είναι πρόεδρος του Κέντρο για την Παγκόσμια Οικονομία και Γεωπολιτική ESADE, Διακεκριμένο Συνεργάτης στο Ινστιτούτο Brookings, και μέλος του Συμβουλίου Παγκόσμιας Ατζέντας για την Ευρώπη, του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ.
Πηγή
http://dia-kosmos.blogspot.gr/