Μήπως δεν είναι ότι μας διδάσκουν; -Γιατί υπέγραψαν την Συνθήκη της Ανταρκτικής; Έως το 2041;

Η Συνθήκη της Ανταρκτικής





Για περισσότερα από 52 χρόνια, η Συνθήκη της Ανταρκτικής θεωρείται πρότυπο για έναν τρόπο δράσης χωρών με διαφορετικές δομές και επιδιώξεις, στην επίτευξη ενός σκοπού που θα εξυπηρετούσε την ανθρωπότητα. Είναι ένα κείμενο που για τους υποστηρικτές του αντιπροσωπεύει μια θεαματική επιτυχία στον τομέα της διεθνούς συνεργασίας, ενώ άλλοι την καταγγέλλουν ως συμφωνία μεταξύ μιας περιορισμένης ομάδας κρατών, με την αλαζονεία να πιστεύουν ότι μπορούν να παίρνουν αποφάσεις για το σύνολο.

Η Ανταρκτική είναι μια τεράστια ήπειρος, στη νότια πολική περιοχή του πλανήτη. Περιλαμβάνει την Ανταρκτίδα και τον Νότιο Ειρηνικό Ωκεανό με τα μικρά του νησιά. Είναι πάνω από 14 εκατομμύρια τ.χλμ., μεγαλύτερη από τη Βραζιλία, τις ΗΠΑ ή τον Καναδά, μεγαλύτερη από την Ευρώπη, χωρίς την τέως ΕΣΣΔ και σχεδόν τόσο μεγάλη όσο η Λατινική Αμερική χωρίς την Αργεντινή. Ιδιαίτερο γνώρισμα της περιοχής είναι το γεγονός ότι διαθέτει το πιο ξηρό, παγωμένο, άγριο και αφιλόξενο περιβάλλον στον πλανήτη, όπου έχει καταμετρηθεί η ελάχιστη θερμοκρασία, με τιμή -93,2 βαθμούς Κελσίου, ενώ στην επιφάνειά της πνέουν συχνά θυελλώδεις άνεμοι με ταχύτητα εκατοντάδων χιλιομέτρων την ώρα και το μέσο ύψος των διαδοχικών στρώσεων πάγου, που καλύπτουν το έδαφός της, υπολογίζεται σε περίπου δύο χιλιάδες μέτρα. Υπό αυτές τις συνθήκες, είναι επόμενο να απουσιάζει αυτόχθονη ανθρώπινη ζωή.

Η ύπαρξη αριθμού εθνικών διεκδικήσεων επί της Ανταρκτικής είναι το φυσικό επακόλουθο των μακροχρόνιων προσπαθειών για εξερεύνηση, κατάκτηση, εκμετάλλευση κ.λπ. Αν και ως νομικοπολιτικό πρόβλημα το καθεστώς της Ανταρκτικής ανήκει στον 20ό αιώνα και εστιάζεται στην ανάγκη προστασίας της άγριας πολικής φύσης από την παρουσία του ανθρώπου, που αμέσως ή εμμέσως αναπόφευκτα προκαλεί την πιθανότητα χρήσης των ανθρωπίνων δραστηριοτήτων σαν βάση εδαφικών διεκδικήσεων, εν τούτοις οι θεωρίες που χρησιμοποιούνται για την επίλυση των προβλημάτων παραπέμπουν στον δέκατο πέμπτο αιώνα: στην εποχή που ο πρίγκιπας Ερρίκος ο Θαλασσοπόρος, το 1454, αποκτά παπική βούλα που προστάτευε τα πορτογαλικά δικαιώματα στην περιοχή της Γουινέας. Οι απαιτήσεις για τίτλους επί εδάφους στηρίζονταν σε καταστάσεις όπως η ανακάλυψη, η κατάληψη, η γειτνίαση ή η γεωγραφική ολοκλήρωση.

Η θεωρία των τομέων αποτελεί νομική κατασκευή, που φαίνεται να βρίσκεται στη βάση των διεκδικήσεων των έξι εκ των επτά χωρών (πλην δηλ. της Νορβηγίας) που διεκδικούν τμήματα της Ανταρκτικής, και στηρίζεται στη χάραξη ευθειών γραμμών με σημείο σύγκλισης τον Νότιο Πόλο. Πρόκειται για μια θεωρία που αμφισβητείται ζωηρά στο Διεθνές Δημόσιο Δίκαιο, δεν θεωρείται έγκυρος νομικός τίτλος και όλοι οι τομείς θεωρούνται, δυνάμει, περιοχές σύγκρουσης.

Οι εδαφικές διεκδικήσεις συγκεκριμενοποιήθηκαν στην Ανταρκτική με την υποβολή αιτημάτων από επτά χώρες: την Αργεντινή, την Αυστραλία, τη Χιλή, τη Γαλλία, τη Νέα Ζηλανδία, τη Νορβηγία και το Ηνωμένο Βασίλειο, ενώ για έναν τομέα δεν υπάρχουν επίσημα προβαλλόμενες διεκδικήσεις.

Το τρίτο διεθνές γεωφυσικό έτος, μεταξύ Ιουλίου 1957 και Δεκεμβρίου 1958, δημιουργεί τις προϋποθέσεις για σοβαρή μελέτη των προβλημάτων και προβολή πρωτοβουλιών για την Ανταρκτική, αφού ουσιαστικά καθιστά την επιστημονική έρευνα τον κύριο μοχλό για τη διευθέτηση των ζητημάτων. Ενας μεγάλος αριθμός κρατών αναμειγνύεται στις εκδηλώσεις του διεθνούς γεωφυσικού έτους, ενώ τέσσερις σύνοδοι για την Ανταρκτική προσπάθησαν να ρυθμίσουν λεπτομερειακά τα επιστημονικά και τεχνικά θέματα για την περιοχή. Η συνθήκη της Ανταρκτικής, της 1ης Δεκεμβρίου 1959, προβάλλει την αντίληψη της περιοχής ως global commons και δημιουργεί τον πρώτο διοικητικό μηχανισμό ενός χώρου που βρίσκεται πέραν των ορίων εθνικής δικαιοδοσίας.

Αποκλειστικά για ειρηνικούς σκοπούς...

Το προοίμιο της συνθήκης θέτει και τις απόψεις των αρχικών δώδεκα εταίρων για τη διάρκειά της. Αναγνωρίζει ότι για το συμφέρον όλης της ανθρωπότητας πρέπει η Ανταρκτική να χρησιμοποιείται για ειρηνικούς σκοπούς και να μη μεταβληθεί σε πεδίο ή αντικείμενο διεθνών διαφορών, «για πάντα». Πρόθεση λοιπόν ήταν να μην υπάρξει καταληκτική ημερομηνία και η συνθήκη να μπορεί να παραμένει απεριορίστως σε ισχύ.

Η Ανταρκτική παραμένει πάντοτε ένα όριο για τις ανθρώπινες δυνατότητες. Ο προσδιορισμός της όμως απαιτεί σαφήνεια που θα δημιουργήσει βεβαιότητα δικαίου. Το άρθρο VI της συνθήκης προσδιορίζει τη γεωγραφική περιοχή εφαρμογής της. Είναι μια διάταξη, που, χωρίς να επιχειρεί να λύσει περίπλοκα νομικά προβλήματα, όπως της οριοθέτησης των πολικών περιοχών, και χωρίς να επικαλείται επιστημονικούς λόγους για τη θεμελίωση του ορίου που θέτει, προσδιορίζει με ακρίβεια τον χώρο εφαρμογής μη αφήνοντας οποιαδήποτε περιθώρια για παρερμηνείες. Η Συνθήκη της Ανταρκτικής εφαρμόζεται σε περιοχή νοτίως των 60° γεωγραφικό πλάτος, συμπεριλαμβανομένων των παγετώνων.

Ο κύκλος των συμμετεχόντων κρατών στη Συνθήκη της Ανταρκτικής προσδιορίζεται από τους αρχικούς της στόχους: την ανάγκη να συνεχισθεί η μαζική πολυεθνική συνεργασία στην επιστημονική εξερεύνηση του χώρου, την ανάγκη να ουδετεροποιηθούν οι πολιτικές συγκρούσεις μεταξύ των χωρών που επικαλούνται κυριαρχικά δικαιώματα στην περιοχή και το ενδιαφέρον της διεθνούς κοινότητας για τον περιορισμό του Ψυχρού Πολέμου (υιοθετήθηκε το 1959) καθώς και την αποφυγή ύπαρξης όπλων στην ήπειρο.

Τα κράτη που προσχωρούν στη συνθήκη, προκειμένου να αξιοποιήσουν στο μέγιστο τα δικαιώματά τους, πρέπει να αποδεικνύουν το ενδιαφέρον τους για την περιοχή και για όσο χρόνο διατηρείται το ενδιαφέρον αυτό. Το ποσοστό του επιδεικνυόμενου ενδιαφέροντος δεν αποτέλεσε μέχρι σήμερα κριτήριο αξιολόγησης.

Το καθεστώς που δημιουργεί το άρθρο Ι στην ήπειρο είναι αυτό της μη στρατιωτικοποίησης. Οι αναφορές σε αποστρατιωτικοποίηση ή αποπυρηνικοποίηση της περιοχής δεν αποδίδουν ορθώς το τι συμβαίνει ακριβώς στην Ανταρκτική, αφού η περιοχή δεν υπήρξε ποτέ στρατιωτικοποιημένη, ούτε αναφέρθηκε ποτέ εισαγωγή πυρηνικών όπλων.

Το άρθρο Ι προβλέπει ότι η Ανταρκτική θα χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά για ειρηνικούς σκοπούς και απαγορεύει, inter alia, οποιαδήποτε μέτρα στρατιωτικής φύσης, όπως την εγκατάσταση στρατιωτικών βάσεων και οχυρών, τη διεξαγωγή στρατιωτικών ασκήσεων και τη δοκιμή οποιουδήποτε τύπου όπλων. Δεν απαγορεύει τη χρήση στρατιωτικού προσωπικού ή οργάνων για την επιστημονική έρευνα ή για άλλους ειρηνικούς σκοπούς.

Οι εθνικές διεκδικήσεις

Το άρθρο IV της συνθήκης χαρακτηρίσθηκε πιο αμφιλεγόμενο, όχι μόνο σημαντικό αλλά και αξιοθαύμαστο για τον τρόπο που επιλέγει να διευθετήσει τις εθνικές διεκδικήσεις, μερικές από τις οποίες επικαλύπτονται, και να γίνει αποδεκτό από χώρες που, όπως η Ιαπωνία, η τ. ΕΣΣΔ και οι ΗΠΑ, δεν θέτουν αιτήματα εθνικών διεκδικήσεων αφ’ ενός και δεν αναγνωρίζουν τις διεκδικήσεις των άλλων χωρών αφ’ ετέρου. Το λεκτικό που χρησιμοποιείται είναι προσεκτικό και αποστειρωμένο και προτείνει πάγωμα των διεκδικήσεων για μια περιορισμένη περίοδο ετών, προκειμένου να επιτευχθεί μείωση της έντασης.

Το άρθρο IV κατοχυρώνει την αδυναμία ύπαρξης νέας διεκδίκησης και το αδύνατο της μεγιστοποίησης υφιστάμενης διεκδίκησης. Τα συμβαλλόμενα μέρη δεν μπορεί να ερμηνευθεί ότι αποποιούνται προηγουμένως θεμελιωμένα δικαιώματα ή διεκδικήσεις στην Ανταρκτική, ότι αποποιούνται ή περιορίζουν οποιαδήποτε βάση για αίτημα εδαφικής κυριαρχίας επί της Ανταρκτικής, οποθενδήποτε και αν πηγάζει αυτό (δραστηριότητα κράτους, δραστηριότητα υπηκόων ή από άλλο τρόπο) ούτε θίγει τη θέση συμβαλλομένου μέρους όσον αφορά την αναγνώριση ή μη δικαιώματος, απαίτησης ή βάσης απαίτησης εδαφικής διεκδίκησης οποιουδήποτε άλλου κράτους. Η δεύτερη παράγραφος του άρθρου IV στερεί από οποιεσδήποτε πράξεις ή δραστηριότητες στην Ανταρκτική τη δυνατότητα να αποτελέσουν βάση για έγερση, υποστήριξη ή άρνηση απαίτησης για εδαφική κυριαρχία ή τη δυνατότητα δημιουργίας νέων κυριαρχικών δικαιωμάτων, για όσο χρόνο η Συνθήκη της Ανταρκτικής είναι σε ισχύ. Η διάταξη της δεύτερης παραγράφου ουσιαστικά παγώνει τις διεκδικήσεις για το μέλλον αφού τα συμβαλλόμενα μέρη δέχονται την υποχρέωση που επιβάλλει η συνθήκη στην εκτίμηση των δραστηριοτήτων τους, ως στερούμενη της ικανότητας δημιουργίας νέων αιτημάτων. Οσον αφορά τα άτομα επί της ηπείρου, το άρθρο VIII αναφέρεται στους παρατηρητές, στο επιστημονικό προσωπικό και στα μέλη των ομάδων που θα συνοδεύουν αυτά τα άτομα και προβλέπεται ότι θα υπόκεινται στη δικαιοδοσία του συμβαλλομένου μέρους του οποίου είναι υπήκοοι, όσον αφορά κάθε ενέργεια ή παράλειψη που γίνεται ενώ βρίσκονται στην Ανταρκτική, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους.

Προοπτικές για εμπορική και οικονομική αξιοποίηση στο μέλλον

Η πολιτική ιδεολογία και το νομικό πλαίσιο του κόσμου άλλαξε πολύ από την υπογραφή της Συνθήκης της Ανταρκτικής. Η σταδιακή υποχώρηση της αποικιοκρατίας, η Νέα Διεθνής Οικονομική Τάξη, το Δίκαιο του Διαστήματος και κυρίως η Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας ανέπτυξαν διαδικασίες που, χωρίς να είναι οικουμενικά αποδεκτές, δεν μπορούν να αγνοηθούν στις διπλωματικές διαπραγματεύσεις ή στη διευθέτηση των διαφορών.

Τα αιτήματα κυριαρχίας πάνω στην Ανταρκτική βασίζονται σε ατελείς πράξεις ανακάλυψης, κατάληψης και προκηρύξεις κυριαρχικών δικαιωμάτων που θυμίζουν έντονα το ευρωπαϊκό αποικιακό σύστημα ή στηρίζονται γενικά σε ξεπερασμένα νομικά επιχειρήματα ιστορικών παραδόσεων, γεωγραφικής γειτνίασης και γεωφυσικής ολοκλήρωσης και ίσως αποτελέσουν «βόμβα» στα θεμέλια μιας διευθέτησης που επιτεύχθηκε μέσα από τη συναίνεση και τους συμβιβασμούς των ενδιαφερομένων χωρών. Το καθεστώς της Ανταρκτικής, παρά τα πολλά και σημαντικά θέματα που θέτει, ανταποκρίθηκε στις ανάγκες της περιοχής και στα πολιτικοοικονομικά ζητήματα που παρουσιάζονται στο τμήμα αυτό της υφηλίου. Οι σύγχρονες δυνατότητες που προσφέρει η ανάπτυξη της επιστημονικής έρευνας αφορά τομείς όπως ωκεανογραφία, μετεωρολογία, κλιματική αλλαγή, αστροφυσική, γεωλογία και θαλάσσια βιολογία. Επίσης, οι προοπτικές για εμπορική και οικονομική αξιοποίηση θεωρούνται από τα κράτη σημαντικές. Ηδη διεξάγονται εκτεταμένες αλιευτικές δραστηριότητες και ο τομέας του ανταρκτικού τουρισμού αναπτύσσεται ραγδαία. Τέλος, διατηρείται η πιθανότητα εκμετάλλευσης ορυκτών πόρων. Η διατήρηση του καθεστώτος αυτού αποτελεί μια λογική και ρεαλιστική πρόβλεψη ― και το γεγονός της υιοθέτησης του πρωτοκόλλου της Μαδρίτης για τον ορυκτό πλούτο το καλοκαίρι του 1991 επιβεβαιώνει τις σκέψεις αυτές. Οποιαδήποτε προσπάθεια μεταβολής του καθεστώτος της Ανταρκτικής θα έχει να αντιμετωπίσει σχεδόν ανυπέρβλητα προβλήματα. Το ανταρκτικό περιβάλλον, αναλλοίωτο για εκατομμύρια χρόνια, θα εξακολουθήσει να προσφέρει τις σπάνιες δυνατότητες έρευνας αν παραμείνει «για πάντα» έξω από τις ανθρώπινες διαμάχες και τα πολιτικά συμφέροντα, αν χρησιμοποιηθεί για ειρηνικούς σκοπούς και δεν μεταβληθεί σε πεδίο διεθνών διαφορών.

* Ο κ. Κωνσταντίνος Χατζηκωνσταντίνου είναι καθηγητής Διεθνούς Δικαίου στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

http://dia-kosmos.blogspot.gr/