Θουκιδίδεια παγίδα: Το ιστορικό παράδειγμα του 20ου αιώνα μεταξύ Βρετανίας και Γερμανίας
Χαρακτηριστικότερη όλων είναι ίσως η περίπτωση αντιπαλότητας μεταξύ Μεγάλης Βρετανίας και Γερμανίας κατά τις αρχές του 20ου αιώνα η οποία είχε ως αποτέλεσμα τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο ( 1914-1918).
Η προσφάτως ενοποιημένη υπό τον Όττο Φον Μπίσμαρκ Γερμανία αναδείχτηκε σε κυρίαρχη δύναμη της ηπειρωτικής Ευρώπης όσον αφορά την οικονομική και στρατιωτική ισχύ . Ωστόσο, ο Μπίσμαρκ απέφευγε κάθε ενέργεια που θα μπορούσε να προκαλέσει την βρετανική αντίδραση , επισημαίνοντας πως επιθυμούσε διατήρηση του status quo .
Όμως, το 1890 ο Μπίσμαρκ οδηγήθηκε σε παραίτηση από τον Κάιζερ Γουλιέλμο Β’ , ο οποίος αναδείχτηκε ως ο βασικός υπεύθυνος για τη διαχείριση των εξωτερικών υποθέσεων της Γερμανίας . Η επιθυμία του να καταστήσει την χώρα παγκόσμια δύναμη είχε ως αναγκαίο προαπαιτούμενο την επέκταση του γερμανικού πολεμικού στόλου (Τουρκικού σήμερα) με αποτέλεσμα οι δύο χώρες να οδηγηθούν σε μια κούρσα ναυτικού εξοπλισμού.
Η πιθανότητα επικράτησης της Γερμανίας έναντι οποιασδήποτε ευρωπαϊκής ηπειρωτικής δύναμης ( που ουσιαστικά σήμαινε τον μονοπωλιακό έλεγχο της ευρωπαϊκής ακτογραμμής απέναντι από την Βρετανία) σε συνδυασμό με την όποια αμφισβήτηση της κυριαρχίας του βρετανικού βασιλικού ναυτικού αποτελούσαν για το Λονδίνο μια μη αποδεκτή απειλή.
Η εφαρμογή του προγράμματος για την επέκταση του στόλου και η ισχυροποίηση της Γερμανίας δεν επηρέασαν μόνο την βρετανική ναυτική πολιτική , αλλά είχαν ως αποτέλεσμα και την προσέγγιση της Βρετανίας με την Γαλλία και την Ρωσία.
Επιπρόσθετα, η αυξανόμενη ρωσική ισχύς στα ανατολικά της Γερμανίας οδηγούσε την στρατιωτική και πολιτική ηγεσία της τελευταίας σε ολοένα και πιο επιθετικές συμπεριφορές.
Επομένως, δεν θα ήταν άστοχο να ερμηνεύσει κάποιος την πορεία προς τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο υπό το πρίσμα του Θουκυδίδη. Αυτό το ζεύγος αντιπαλοτήτων ( μεταξύ Βρετανίας – Γερμανίας και Γερμανίας – Ρωσίας) οφείλεται σε μεγάλο βαθμό για την αναγωγή μίας τοπικής διαμάχης μεταξύ Αυστροουγγαρίας και Σερβίας σε μια παγκόσμια ένοπλη σύγκρουση που διήρκησε 4 χρόνια.
Έτσι, όταν τον Ιούλιο του 1914 η Γερμανία αποφάσισε να υποστηρίξει την δυναμική πολιτική της Αυστροουγγαρίας έναντι της Σερβίας μετά την δολοφονία του αρχιδούκα Φραγκίσκου Φερδινάνδου και να αποτρέψει την απειλή της ανερχόμενης Ρωσίας, η οποία τάχθηκε στο πλευρό της Σερβίας, κήρυξε τον πόλεμο εναντίον του Τσάρου αλλά και εναντίον της Γαλλίας , συμμάχου της Ρωσίας.
Η Βρετανία με τη σειρά της βλέποντας την ισορροπία δυνάμεων στην Ευρώπη να απειλείται και την Γερμανία να καθιστά σαφές με τις ενέργειες της πως επιδιώκει αλλαγή του status quo προχώρησε την 4η Αυγούστου του ίδιου έτους στην κήρυξη του πολέμου εναντίον της Γερμανίας.
Οι Διαστάσεις της Υψηλής Στρατηγικής
Η έννοια της υψηλής στρατηγικής διαχωρίζεται σε μακροσκοπική και μικροσκοπική υψηλή στρατηγική. Η μακροσκοπική υψηλή στρατηγική, εφαρμόζεται τόσο στην ειρήνη όσο και στον πόλεμο και αναλύεται σε τέσσερις ιδεατούς τύπους. Έχει μεγάλο χρονικό ορίζοντα και στην ουσία περιγράφει τον προσανατολισμό της εξωτερικής πολιτικής του κράτους. Τις περισσότερες φορές τα κράτη δεν ακολουθούν μια συγκεκριμένη στρατηγική αλλά συνδυάζουν δύο ή περισσότερα είδη για να πετύχουν το βέλτιστο αποτέλεσμα. Σημαντικό βέβαια είναι η μια στρατηγική να μην αναιρεί την άλλη.
ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΡΑΚΟΣ
Χαρακτηριστικότερη όλων είναι ίσως η περίπτωση αντιπαλότητας μεταξύ Μεγάλης Βρετανίας και Γερμανίας κατά τις αρχές του 20ου αιώνα η οποία είχε ως αποτέλεσμα τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο ( 1914-1918).
Η προσφάτως ενοποιημένη υπό τον Όττο Φον Μπίσμαρκ Γερμανία αναδείχτηκε σε κυρίαρχη δύναμη της ηπειρωτικής Ευρώπης όσον αφορά την οικονομική και στρατιωτική ισχύ . Ωστόσο, ο Μπίσμαρκ απέφευγε κάθε ενέργεια που θα μπορούσε να προκαλέσει την βρετανική αντίδραση , επισημαίνοντας πως επιθυμούσε διατήρηση του status quo .
Όμως, το 1890 ο Μπίσμαρκ οδηγήθηκε σε παραίτηση από τον Κάιζερ Γουλιέλμο Β’ , ο οποίος αναδείχτηκε ως ο βασικός υπεύθυνος για τη διαχείριση των εξωτερικών υποθέσεων της Γερμανίας . Η επιθυμία του να καταστήσει την χώρα παγκόσμια δύναμη είχε ως αναγκαίο προαπαιτούμενο την επέκταση του γερμανικού πολεμικού στόλου (Τουρκικού σήμερα) με αποτέλεσμα οι δύο χώρες να οδηγηθούν σε μια κούρσα ναυτικού εξοπλισμού.
Η πιθανότητα επικράτησης της Γερμανίας έναντι οποιασδήποτε ευρωπαϊκής ηπειρωτικής δύναμης ( που ουσιαστικά σήμαινε τον μονοπωλιακό έλεγχο της ευρωπαϊκής ακτογραμμής απέναντι από την Βρετανία) σε συνδυασμό με την όποια αμφισβήτηση της κυριαρχίας του βρετανικού βασιλικού ναυτικού αποτελούσαν για το Λονδίνο μια μη αποδεκτή απειλή.
Η εφαρμογή του προγράμματος για την επέκταση του στόλου και η ισχυροποίηση της Γερμανίας δεν επηρέασαν μόνο την βρετανική ναυτική πολιτική , αλλά είχαν ως αποτέλεσμα και την προσέγγιση της Βρετανίας με την Γαλλία και την Ρωσία.
Επιπρόσθετα, η αυξανόμενη ρωσική ισχύς στα ανατολικά της Γερμανίας οδηγούσε την στρατιωτική και πολιτική ηγεσία της τελευταίας σε ολοένα και πιο επιθετικές συμπεριφορές.
Επομένως, δεν θα ήταν άστοχο να ερμηνεύσει κάποιος την πορεία προς τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο υπό το πρίσμα του Θουκυδίδη. Αυτό το ζεύγος αντιπαλοτήτων ( μεταξύ Βρετανίας – Γερμανίας και Γερμανίας – Ρωσίας) οφείλεται σε μεγάλο βαθμό για την αναγωγή μίας τοπικής διαμάχης μεταξύ Αυστροουγγαρίας και Σερβίας σε μια παγκόσμια ένοπλη σύγκρουση που διήρκησε 4 χρόνια.
Έτσι, όταν τον Ιούλιο του 1914 η Γερμανία αποφάσισε να υποστηρίξει την δυναμική πολιτική της Αυστροουγγαρίας έναντι της Σερβίας μετά την δολοφονία του αρχιδούκα Φραγκίσκου Φερδινάνδου και να αποτρέψει την απειλή της ανερχόμενης Ρωσίας, η οποία τάχθηκε στο πλευρό της Σερβίας, κήρυξε τον πόλεμο εναντίον του Τσάρου αλλά και εναντίον της Γαλλίας , συμμάχου της Ρωσίας.
Η Βρετανία με τη σειρά της βλέποντας την ισορροπία δυνάμεων στην Ευρώπη να απειλείται και την Γερμανία να καθιστά σαφές με τις ενέργειες της πως επιδιώκει αλλαγή του status quo προχώρησε την 4η Αυγούστου του ίδιου έτους στην κήρυξη του πολέμου εναντίον της Γερμανίας.
Οι Διαστάσεις της Υψηλής Στρατηγικής
Η έννοια της υψηλής στρατηγικής διαχωρίζεται σε μακροσκοπική και μικροσκοπική υψηλή στρατηγική. Η μακροσκοπική υψηλή στρατηγική, εφαρμόζεται τόσο στην ειρήνη όσο και στον πόλεμο και αναλύεται σε τέσσερις ιδεατούς τύπους. Έχει μεγάλο χρονικό ορίζοντα και στην ουσία περιγράφει τον προσανατολισμό της εξωτερικής πολιτικής του κράτους. Τις περισσότερες φορές τα κράτη δεν ακολουθούν μια συγκεκριμένη στρατηγική αλλά συνδυάζουν δύο ή περισσότερα είδη για να πετύχουν το βέλτιστο αποτέλεσμα. Σημαντικό βέβαια είναι η μια στρατηγική να μην αναιρεί την άλλη.
ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΡΑΚΟΣ

Comments